Αύγουστος ήταν ακόμη, όταν αποφασίσαμε να σκαρφαλώσουμε σε μια από τις κορφές των Πιερίων. Η ιδέα ήταν της ξαδέρφης μου, αλλά εμείς ήμασταν επιφυλακτικοί. Βρισκόμασταν στο πατρικό μου και δεν είχαμε μαζί μας κατάλληλα ρούχα, ούτε παπούτσια. Τελικά αποφασίσαμε ότι η βόλτα και η εμπειρία άξιζαν τον κόπο, οπότε πήραμε το ρίσκο και τον Φαίδωνα και ανηφορίσαμε. Και κάναμε πολύ καλά!
Η διαδρομή ήταν όμορφη και άγρια μαζί. Ένας χωματόδρομος με κάτι πέτρες ίσα με το μπόι μου και κάτι λακκούβες τεραστίων διαστάσεων. Βέβαια με το κατάλληλο αμάξι όλα ξεπερνιούνται - όχι, το δικό μας δεν ήταν κατάλληλο...
Φτάσαμε σε ένα ξέφωτο κι εκεί, στα 1680 μέτρα, αντικρίσαμε το καταφύγιο "Σαρακατσιάνα".
Χτισμένο με πέτρες και ξύλα, στην μέση του πουθενά και μ΄ένα μπαλκόνι, από το οποίο μπορεί να διακρίνει κανείς ολόκληρο τον νομό Πιερίας, την Λάρισα, τη Θεσσαλονίκη και όχι μόνο. Με καθαρή ατμόσφαιρα η θέα είναι μοναδική!
Δεν χάσαμε πολύ χρόνο και βαλθήκαμε να σκαρφαλώνουμε στα μονοπάτια του βουνού, πριν μας πιάσει η ζέστη. Η παρέα μας αποτελούνταν από 14 άτομα, εκ των οποίων τα 7 παιδιά. Το μικρότερο πέντε χρονών (ο Φαίδωνας) και το μεγαλύτερο δεκατεσσάρων. Δεν γκρίνιαξαν ούτε στιγμή, αντιθέτως ήταν όλα τους ενθουσιασμένα και σκαρφάλωναν με πείσμα!
Κρατώντας όλοι τις μαγκούρες μας, πηδώντας μικρά ρυάκια και χαζεύοντας με το στόμα ανοιχτό τα κατακεραυνομένα, πελώρια δέντρα, σχολιάζαμε τα πάντα γύρω μας, σαν να μας τελείωνε ο χρόνος.
Βαλθήκαμε ν' ακολουθούμε τα κόκκινα σημάδια στις πέτρες, που μας έδειχναν το σωστό μονοπάτι, μα εγώ ήμουν πάντα τελευταία, όχι γιατί δεν άντεχα - τς τς τς αμέσως στο κακό ο νου σας - αλλά γιατί έβγαζα φωτογραφίες ασταμάτητα.
Ναι, έχω καταντήσει γραφική, το ξέρω, μα ήταν τόσα αυτά που τραβούσαν την προσοχή μου, που δεν μπορούσα να μην τ' αποτυπώσω στο φακό. Υπήρχε ομορφιά παντού, στ' αγριολούλουδα, στις πασχαλίτσες, στα πεύκα, στα έλατα, στα κουκουνάρια, στους μικροσκοπικούς - και νόστιμους - καρπούς!
Και φυσικά εντοπίσαμε άγριες φραουλιές, αλλά και γαρυφαλλιές. Σκέτη γλύκα!
Κάποια στιγμή που είχα ξεμείνει πάλι μόνη μου πίσω, σταμάτησα για λίγο ν' αφουγκραστώ τη φύση. Το τοπίο γύρω μου ήταν κιτρινομώβ από τα ξερά χόρτα και τ' ανθισμένα γαϊδουράγκαθα. Ο αέρας μοσχοβολούσε ρίγανη και ο μόνος ήχος που έφτανε στ' αυτιά μου, ήταν ένας ρυθμικός - σχεδόν μονότονος - που έκαναν οι μικρές ακρίδες γύρω μου.
Ήταν μαγική εκείνη η στιγμή, εκεί ψηλά στα 1800 μέτρα, κάτω από τον καυτό αυγουστιάτικο ήλιο, η φύση μου ξεδίπλωσε την ομορφιά της και τη σημαντικότητά της, στοιχεία που δυστυχώς ξεχνάω ή προσπερνάω, μέσα στη φούρια της καθημερινότητας...
Την όμορφη αυτή στιγμή κατέστρεψε ο ξάδερφός μου, ο οποίος φωνάζοντας τ' όνομά μου περιπαιχτικά, μου 'πε να ρίχνω που και που καμιά ματιά μην εμφανιστεί καμιά αρκούδα και δεν πάρουν χαμπάρι αν με φάει... Γέλασα μεν, αλλά από τελευταία βρέθηκα πρώτη σε χρόνο μηδέν!
Κάναμε την πρώτη μας στάση στο κομβικό σημείο, όπου πρέπει ν' αποφασίσει κανείς σε ποια κορυφή θα καταλήξει. Δικός μας στόχος ήταν ο Αρβανίτης.
Φάγαμε από μια μπάρα δημητριακών, ήπιαμε λίγο νερό και συνεχίσαμε.
| Στο άπειρο κι ακόμα παραπέρα! |
Μετά από ένα ζόρικο κομμάτι, διέκρινα στο βάθος επιτέλους το βράχο, στον οποίο θα καταλήγαμε.
Λίγο πριν το τέλος, ο Φαίδωνας - που μας εντυπωσίασε με την αντοχή του - ξάπλωσε σε μια πέτρα να ξαποστάσει.
Χρειάστηκαν λίγα μέτρα ακόμη, για να φτάσουμε στα 2023, στην κορυφή, στον Αρβανίτη.
Δεν έβλεπες τίποτε άλλο πέρα από βουνοκορφές και την Εγνατία οδό με τις τεράστιες γέφυρες.
Στο βάθος διακρίναμε το καταφύγιο και όλη τη διαδρομή την οποία διανύσαμε. Αυτό ήταν άκρως εντυπωσιακό!
Πήραμε το μονοπάτι της επιστροφής και όσοι έχετε κάνει κάτι ανάλογο, γνωρίζετε καλά ότι η κατάβαση είναι πολύ δυσκολότερη.
Τα ακροδάχτυλα των ποδιών στριμώχνονται στα παπούτσια, τα γόνατα "τρίζουν" απ΄την αντίσταση και η λεκάνη ξεχαρβαλώνεται. Εκτός όλων αυτών, υπάρχει ήδη και η κούραση της ανάβασης. Εμάς παράλληλα μας έκαιγε κι ο ήλιος, ο οποίος μας χτυπούσε από πίσω. Κάποια στιγμή δεν τον άντεχα άλλο, ένιωθα να πυρώνουν τα πόδια μου, οπότε αύξησα ταχύτητα κι άρχισα να κατεβαίνω αμίλητη. Που και που σταματούσα να μαζέψω κανένα κουκουνάρι - ε, φθινόπωρο έρχεται, πρέπει ν' αλλάξουμε διακόσμηση...
Στο καταφύγιο πια, αρχίσαμε να κουτουλάμε ο ένας επάνω στον άλλο από την κούραση και την πείνα.
Και τι κάνουν σε αυτές τις περιπτώσεις των φρονίμων τα παιδιά; Σωστά καταλάβατε!
Στήσαμε ένα απλό φαγοπότι και το ευχαριστηθήκαμε! Ήταν από τα πιο νόστιμα γεύματα που έκανα ποτέ, το οποίο έκλεισε με κουραμπιέδες Καρβάλης και ελληνικό καφέ. Τα απολαύσαμε κουκουλωμένοι με ό,τι βρήκαμε στα σακίδιά μας, μιας και η θερμοκρασία είχε πια αγγίξει τους 13 βαθμούς.
Τώρα πια, επόμενος στόχος μας είναι ο Όλυμπος, τον οποίο έχουμε μεν περπατήσει, αλλά δεν φτάσαμε ποτέ πολύ ψηλά.
Προς το παρόν κρατάμε τις εικόνες από τα Πιέρια και την υπέροχη θέα.
Επέστρεψα φίλοι μου και σας εύχομαι - μικρούς και μεγάλους - καλή σχολική χρονιά!
Άλλη μια κορυφή κατακτήθηκε, πάμε για την επόμενη λοιπόν!!
Litsa






























